FAOS SAMADHI 2

Εναλλακτικος χωρος αναζητησης και θεραπευτικων τεχνων.

Εργαστηρι Αυτογνωσιας.

Ολιστικες ψυχοθεραπευτικες προσεγγισεις μεσω της Βοτανικης Ιατρικης, του Διαλογισμου, της Μεταφυσικης, της Ανθρωπολογιας, της Νεας Φυσικης και της Νεας Ενεργειας.

Κάπου στα βάθη της γενετικής μας μνήμης, βρίσκεται η γνώση του σύμπαντος και των κόσμων, όπου η ζωή είναι απαλλαγμένη από την αυταπάτη του χρόνου και του χώρου.

Όπως ακριβώς είχε προγραμματιστεί μέσα μας για να επαναφυπνιστεί την τέλεια στιγμή, έτσι τώρα προσκαλεί την προσοχή μας.

Έχουμε ένα σκοπό πολύ μεγαλύτερο από όσο μπορέσαμε ποτέ να φανταστούμε.

Ο σκοπός αυτός ζητά να τον αναγνωρίσουμε τώρα και ζητά επίσης να αποκόψουμε τα κυκλώματα που μας συνδέουν με τα πρότυπα σκέψης και τα άχρηστα συναισθήματα τα οποία μας κρατούν δέσμιους στην αυταπάτη και στη σύγχυση των κατώτερων βασιλείων.

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Από τό αρχαιότερο ίσως δημητριακό Ζειά ή Ζέα (Triticum dicoccum) (ζείδωρος=Ζειά + δωρέομαι) - και όχι άπό σιτάρι - ήταν τό ψωμί τών αρχαιων Ελλήνων. Τό σιτάρι τό είχαν ώς τροφή τών ζώων καί τό ονόμαζαν πυρρό. Επιβλαβης η γλουτενη του σιταριου. Λανθασμενα η ζειά συγχεεται με την ερυσιβώδη όλυρα, το αλευρι Ντίνγκελ η τον αραβοσιτο. Η ζειά περιέχει υψηλά ποσοστά του αμινοξέος λυσίνη και 40% περισσότερο μαγνήσιο από τα άλλα δημητριακά.




Τι είναι η Ζέα; 

Το αρχαιότερο ίσως δημητριακό και βασικό συστατικό της διατροφής των αρχαίων. Αναφέρεται και ως Ζειά, βρίζα, όλυρα, Emmer και ορισμένες φορές συγχέεται με το ασπροσίτι (γερμαν. Dinkel), ή την Σίκαλη, ή ακόμα και με το καλαμπόκι, μια και η λέξη Zea (Zea mais) είναι η επιστημονική ονομασία του αραβοσίτου. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι ο ασπρόσιτος (ασπροσίτι) είναι το δημητριακό ζέα. Με το δημητριακό Dinkel αντί για το κριθάρι, φτιάχνεται η ομώνυμη μπύρα, όμως το δημητριακό αυτό δεν είναι η ζέα (όπως αναφέρεται σε ορισμένες πηγές), διότι η Λατινική του ονομασία είναι Triticum spelta.
[www.germanbeerinstitute.com/Dinkelbier.html].

Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.

Η Ζέα (Triticum dicoccum) είναι ένα από τα αρχαιότερα δημητριακά που είναι γνωστά στον άνθρωπο. Δείγματά του έχουν βρεθεί σε ανασκαφές προϊστορικών οικισμών σε όλο τον ελλαδικό χώρο με παλαιότερο αυτό της Μικράς Ασίας που χρονολογείται 12.000 χρόνια π.χ. Ήταν ένα από τα πρώτα δημητριακά που “εξημέρωσε” ο άνθρωπος και βασικό καλλιεργήσιμο είδος της πρώιμης γεωργίας της Εύφορης Ημισελήνου (Fertile Crescent), δηλαδή της Παλαιστίνης, της Συρίας, του Ευφράτη και του Τίγρη ως τον Περσικό κόλπο. Δείγματα της εκμετάλλευσης του που χρονολογούνται 10.000 χρόνια πριν, έχουν βρεθεί και στην Βόρεια Αφρική.

Για χιλιάδες χρόνια παρέμενε το κυριότερο δημητριακό της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Μετέπειτα αντικαταστάθηκε από το Triticum turgidum (Durum) το οποίο πιθανά να δημιουργήθηκε από το Triticum dicoccum με μετάλλαξη. Οι αγρότες προτίμησαν το νέο αυτό δημητριακό λόγο του ότι ο σπόρος αποχωριζόταν από το φλοιό με μεγαλύτερη ευκολία. Το δημητριακό Triticum dicoccum ή αλλιώς Emmer ή aja όπως ονομάζεται στην Αφρική, έφτασε στην Αιθιοπία πριν από 5.000 ή και περισσότερα χρόνια και έχει επιζήσει μέχρι τις μέρες μας. (Έχει επιζήσει επίσεις σε μικρής κλίμακας παραγωγή και στην πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία, Ινδία, Τουρκία, Γερμανία (Βαυαρία), Γαλλία και αλλού (σύμφωνα με τον J. Harlan)).

Αναφορά στην καλλιέργεια αυτού του δημητριακού στην Λακωνική πεδιάδα κάνει και ο Όμηρος λέγοντας: “πυροί τε ζειαί τ’ ήδ’ εύρυφανές κρί λευκόν”. Αλλά και στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται αναφορά “31 Εκτυπήθησαν δέ το λινάριον και η κρίθη διότι η κρίθη ήτο σταχυωμένη, και το λινάριον καλαμωμένον 32 ο σίτος όμως και η ζέα δεν εκτυπήθησαν, διότι ήσαν όψιμα”. [Έξοδος 9: 31, 32].

Από βρίζα (όλυρα στο αρχαίο κείμενο) παρασκευαζόταν ψωμί, σε μέρες πείνας, καθώς ήταν είδος σιτηρού δεύτερης σειράς. Αυτό συνέβη κατά την έβδομη πληγή της Αιγύπτου. [Ησαΐας 28:25] Χρησίμευε και ως τροφή των αλόγων, όταν ακόμα δεν είχε ωριμάσει.

Μπορεί την ζέα να την χρησιμοποιούσαν ως τροφή για τα άλογα, αλλά για τους Ρωμαίους ήταν τροφή εκστρατείας. Κατά την Ομηρική εποχή πιθανολογείται ότι η Ζέα χρησιμοποιείτο ως ζωοτροφή. Ο Ηρόδοτος (5ος αι. π.Χ.) αναφέρει ότι οι Αιγύπτιοι παρασκεύαζαν ψωμί αποκλειστικά από ζέα και περιφρονούσαν το σιτάρι και το κριθάρι. Ο θεόφραστος (4ος αι. π.Χ.) διακρίνει σαφώς τη ζέα από την όλυρα, χαρακτηρίζοντας την πρώτη ως το πλέον αποδοτικότερο μεταξύ πολλών άλλων δημητριακών. 

Σύμφωνα, με τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο και τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα, η ζειά (όλυρα) είχε καλλιεργηθεί αποκλειστικά ως το μοναδικό δημητριακό από τους πρώτους Ρωμαίους στην αρχή της ιστορίας τους και αυτό αποδεικνύεται και από τη χρησιμοποίηση τους σε όλες τις θρησκευτικές τελετές τους.

Ο γιατρός Γαληνός (2ος αι. π.Χ.) αναφέρει την όλυρα ως το τρίτο σε θρεπτική αξία δημητριακό μετά το κριθάρι και το σιτάρι, ενώ όπως μας πληροφορεί ο Διοσκουρίδης (1ος αι. μ.Χ.) στην εποχή του ήταν διαδεδομένη μια πανάρχαια συνήθεια των Ελλήνων και των Ρωμαίων: η μίξη χονδροαλεσμένων κόκκων ζέας και σιταριού, που λεγόταν “κρίμνον”, και το οποίο ήταν ένα παχύρρευστο θρεπτικό ρόφημα που ονομαζόταν “πολτός” (χυλός).

Η θρεπτική του αξία είναι αδιαμφισβήτητη, άλλωστε δεν είναι τυχαίο που η ετυμολογία της λέξης “ζείδωρος” (αυτός που δωρίζει ζωή) προέρχεται από αυτό το δημητριακό.

Ζει (ζειαί (πληθυντικός του ζειά)) + δώρος (δώρον) [Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας/ Γεώργιος Δ. Μπαμπινιώτης, Αθήνα, Κέντρο Λεξικολογίας, 1998].

(Ζειά + δωρέομαι) δωρούμενος (δίδων, παράγων) ζειάς [Λεξικόν Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης/ Ιωάννου Δρ. Σταματάκου, Αθήνα, Βιβλιοπρομηθευτική, 1994].

Μετά από μακρόχρονη λησμονιά, οι νεότεροι επιστήμονες το “ανακάλυψαν” ξανά και κυρίως μετά τις έρευνες του Άγγλου Allen. Οι έρευνες αυτές έδειξαν ότι η Ζέα περιέχει 40% περισσότερο μαγνήσιο από τα άλλα δημητριακά. Το συστατικό αυτό βοηθά στην αντιμετώπιση των κραμπών που εμφανίζονται συνήθως μετά από πολύωρη ποδηλασία. Το μαγνήσιο επιπλέον ενεργοποιεί τις ενζυματικές διαδικασίες του μεταβολισμού. Περιέχει δε υψηλά ποσοστά του αμινοξέος λυσίνη που καθιστά τα ζυμαρικά που παράγονται από τη Ζέα, ιδιαίτερα εύπεπτα. Αυτό άλλωστε είναι και το κύριο ζητούμενο της “βελτίωσης” των σιτηρών.

Τα ζυμαρικά αυτά μπορεί να τα αναζητήσει κανείς στα καταστήματα βιολογικών προϊόντων.

Κωνσταντίνος Ριζόπουλος

Πηγές (ενδεικτικά)

• Ανοιξιάτικα σιτηρά/ Κωνσταντίνος Δημ. Δαλιάνης, Αθήνα, Σταμούλης, χ.χ
• Ο Άρτος από την αρχαιότητα έως σήμερα/ Δημήτριος Σταμούλης
• Σχετικά με την διατροφή στις Άγιες Γραφές/ Ανδρέας Μπαφίλιας (εργασία στα πλαίσια μαθήματος του Ι.Ε.Κ. Le Monde)
• Lost Crops of Africa: Volume I: Grains (1996) http://books.nap.edu/openbook.php?record_id=2305&page=239
• http://www.thefreedictionary.com/Triticum+dicoccum
• http://www.thefreedictionary.com/wheat
• http://www.abcd-classics.com/webstersdctnry/vol_VZ/vol_VZ-0828.html
• http://www.jesuslovesyou.gr/Bible_club/Encyclopedia/Nature/Plant.htm






Όμάδα επιστημόνων έφθασε εις τήν Θεσσαλονίκην, όπου εύρισκες τότε ανθρώπους άπό όλες τις φυλές. Ήρεύνησε προσε¬κτικά και έδημοσίευσε τό 1922 τό πρώτο σύγγραμμα διά τις ομάδες αίματος και τις ιδιαιτερότητες εκάστης. Οί Έλληνες είναι κατά πλει¬οψηφία "0" ομάδος και οί υπόλοιποι "Α" ομάδος, οί Χάζαροι είναι "Β" ομάδος κ.λπ.Αρχάς του 1923 στέλνουν εις τήν Θεσσαλονίκη ένα ζευγάρι ιατρών διά νά εξετάσει τήν διατροφήν τών Ελλήνων, επηρε¬ασμένη άπό τόν Ιπποκράτη, ό όποιος έλεγε εις τους ασθενείς "φάρ¬μακο σου είναι ή τροφή σου". Άρα αυτοί έσκέφθησαν, έχει καθιερώ¬σει εις τόν Έλληνα υγιεινή διατροφή, ποια είναι όμως ή βασική τροφή; Οί ερευνηταί κατέληξαν, σύντομα, ότι βασική τροφή τών Ελλήνων είναι τό ψωμί. Τό ψωμί όμως τών Ελλήνων ήταν από Ζειά και όχι άπό σιτάρι.

Είς τά χημικά εργαστήρια συνέκριναν γρήγορα αλεύρι άπό Ζειά και Σιτάρι καί μέχρι τό 1926 διαπιστώνουν ότι:

Είς τόν εγκέφαλο του ανθρώπου υπάρχει ένας αδένας μεγέθους διδράχμου τόν όποιον ονόμασαν "Αμυγδαλή" ή "Αμύγδαλα". Αυτός ό άδήν δημιουργεί τήν μνήμην καί τήν φαντασίαν είς τους ανθρώπους με 300 διαφορετικές πρωτεΐνες (Αμινοξέα). Αυτές οί πρωτεΐνες διά νά συνδεθούν μεταξύ των καί νά δημιουργήσουν τά συμπλέγματα της μνήμης καί νά διατηρηθούν αυτά είς τόν χρόνον, χρειάζονται μίαν δύναμιν, μίαν κόλλα, διά νά κολλήσουν Αυτήν τήν κόλλα τήν προσφέρουν οί τροφές μας καί τήν ονομάζουμε πρωτεΐνη στηρίξεως, πού σημαίνει συγκόλλησις καί σταθεροποίησις τής μνήμης.

Τό ψωμί πού τρώμε άπό τό Σιτάρι έχει τελείως διαφορετικές πρωτεΐνες στηρίξεως άπό τό ψωμί άπό τη Ζειά. Εδώ ακριβώς έγκειται καί ή διαφορά τους.

Είς τό Σιτάρι υπάρχει άφθονη ή γλουτένη. Ή γλουτένη είναι μία ισχυρή κόλλα καί χρησιμοποιείται ώς φυσική κόλλα ύπό τών ανθρώπων στην καθημερινή ζωή των. Ή γλουτένη όμως ώς πρωτείνη - στηρίξεως- (συγκόλλησις) τών πρωτεϊνών του εγκεφάλου διά τήν δημιουργίαν τής μνήμης είναι καλή μέν, διότι δημιουργεί ίσχυράν μνήμην, αλλά περιορισμένην, διότι συγκολλά περισσότερες πρωτεΐνες των απαιτουμένων και περιορίζει τό απόθεμα αυτών. Αποτέλεσμα είναι να περιορίζει την μνήμην εις πολύ λίγες εικόνες. Έτσι καταστρέφει τήν φαντασίαν και τό δημιουργικό πνεύμα. Είναι δε εγκληματική, διότι έμμεσα καταστρέφει τήν ύγείαν και τό πνεύμα, τήν πρόοδον και τον πολιτισμόν του ανθρώπου.

Ή γλουτένη του σιταριού καταστρέφει τήν ύγείαν, τό πνεύμα, τήν μεγαλοφυίαν, τον πολιτισμόν της άνθρωπότητος, διότι ώς ισχυρή κόλλα έπικολλάται εις τά τοιχώματα όλων τών αγγείων πού διέρχε¬ται, πεπτικούς σωλήνες, έντερα, φλέβες, αρτηρίες κ.λπ. Ένεκα τούτου παρακωλύει τήν σωστήν πέψιν, κενώσεις και κυκλοφοριαν του αίματος, μέ τις αντίστοιχες επιβαρύνσεις είς τήν ύγείαν.

Είς τόν εγκέφαλον ώς πρωτεΐνη στηρίξεως κολλά ισχυρά τις πρωτεΐνες τής μνήμης μέ αποτέλεσμα, ό,τι παραστάσεις και ιδέες έβίωσεν τό παιδί είς τήν ήλικίαν 3-7 ετών, όσο λανθασμένες καί άν είναι, όσο πιό δυνατές και ξεκάθαρες αποδείξεις περί πλάνης του και άν του παρουσιάσεις αργότερα, δεν πρόκειται ώς ενήλικας νά άπορρίψη τις αποθηκευμένες μνήμες και δοξασίες του περί θεού, πολιτικής, κ.λπ.

Δι’ αυτό ακριβώς οί θρησκείες, οι Δικτάτορες, οι έξουσιασταί μας μέ διάφορα τεχνάσματα καί ωραία λόγια προσπαθούν νά ποδηγετήσουν τά παιδιά άπό μικρή ηλικία και έσοφίστηκαν τά κατηχητικά, τις πολιτικές νεολαίες. Οί Δικτάτορες καί οί Τραπεζίτες είσήγαγον τήν πολιτικήν είς τά σχολεία μέ πρόφασιν, δήθεν, τήν προπαρασκευήν ενήμερων πολιτών, ενώ στην ουσία εκπαιδεύουν τυφλούς δούλους του τραπεζικού συστήματος.

Όποιος από εσάς πιστεύει είς τήν ανεξάρτητον σκέψιν τών ανθρώπων, ας άγωνισθή διά τήν κατάργησιν του συνδικαλισμού είς όλα τά σχολεία, πλην πανεπιστημίων. Επομένως ή γλουτένη του σιταριού είναι καί ή τροχοπέδη τής εξελίξεως καί του πολιτισμού. Ταυτοχρόνως, τροχοπεδεί και τήν έλευθέραν σκέψιν καί πνευματικήν άνοδον του άνθρωπου και τόν καθιστά δούλον του ιερατείου, του κατεστημένου, διότι αγωνίζεται και θυσιάζεται δια αξίες πού του ενέπνευσαν τά οργανωμένα συμφέ¬ροντα και όχι ή φύσις. Είναι όλοι οι αγώνες του εναντίον των φυσικών νόμων. Αντίθετα ή πρωτεΐνη στηρίξεως της Ζειά (πληθυντικός Ζειαΐ) διασπάται από τά ένζυμα και αφομοιώνεται σάν καλή τροφή άπό τόν οργανισμό.

Αυτό τό χαρακτηριστικό της την κάνει πολύτιμη εις τόν ανθρώπινο οργανισμό. Διότι ενώ χρησιμεύει ώς πρωτεΐνη "στηρίξεως" (συγκόλλησις - σταθεροποίησις) εις τις πρωτείνες μνήμης του εγκεφάλου, δεν μπλοκάρει αυτόν, δέν δημιουργεί σταθερές και άναλοίωτες ενώ¬σεις σάν βαρύδια στον έγκέφαλον, ώς ή γλουτένη του σιταριού, και αφήνει τόν εγκέφαλο νά λειτουργή ελεύθερα νά συλλαμβάνη, νά σκέπτεται νέες ιδέες, δοξασίες, νά δημιουργεί όνειρα, φαντασία, επιστήμη, κ.λπ. Οί αρχαίοι Έλληνες τό εγνώριζαν πολύ καλά αυτό, δι' αυτό εκτρέφοντο μόνο μέ Ζειά, εγνώριζαν ότι ή Ζειά τρέφει τό πνεύμα. Αυτό μας τό λέει ό Αισχύλος εις τό ύμνον του προς τήν Δήμητρα:

"Δήμητερ ή θρέψασα τήν έμήν φρένα είναι με άξιον τών σων μυστηρίων"(Αισχύλος)

Επίσης δέν φράσσει τά αγγεία πού διέρχεται, φλέβες, αρτηρίες, κ.λπ. Δέν παρουσιάζει τις πολλές ασθένειες πού παρουσιάζει ή γλουτένη.Έπί πλέον ή Ζειά περιέχει άφθονα βιταμίνη Ο και πολλά ιχνοστοι¬χεία πού χρειάζεται ό οργανισμός μας, συν τό άμινοξύ "Λυσίνη" τό πολυτιμωτατο συστατικον δια τόν οργανισμό μας, πού σήμερα οί άνθρωποι τό αγοράζουμε πανάκριβα ώς συμπλήρωμα τής διατροφής μας, ένώ θά τό είχαμε άπό τό ψωμί της Ζειάς δωρεάν.

Η Ζειά:

1. Βοηθάει στην άπορρόφησιν τών θρεπτικών συστατικών (ca, mg) κ.ά.

2. Καταστέλλει τις φλεγμονές πού χρονίζουν στον οργανισμό καί καταστρέφουν τα υγιή κύτταρα.

3. Καταστέλλει τα ένζυμα του καρκινικού κυττάρου (εμποδίζει τήν ανάπτυξιν και μετάστασιν του καρκίνου).

4. Περιέχει τό βασικό αμινοξύ Λυσίνη (Lycin) πού ενισχύει τό ανοσοποιητικό σύστημα και είναι τό βασικό στοιχείο στην βιοχημική λειτουργία του εγκεφάλου.

Έκτος των ανωτέρω τά άρτοπαρασκευάσματα άπό αλεύρι Ζειάς είναι εύγεστα καί άσυγκρίτως νοστιμότερα άπό τά αντίστοιχα μέ αλεύρι σιταριού. Έάν δέ φάτε ψωμί ή μακαρόνια άπό Ζειά θά ερωτήσετε, τον κρέμασαν οι Έλληνες αυτόν που τους έστέρησε αυτήν τήν ασύγκριτη άπόλαυσιν;

Θά πάρετε τήν άπάντησιν ότι, του στή¬νουν συνεχώς ανδριάντες σέ πλατείες, στην Βουλή, και δίδουν τό όνομα του στις λεωφόρους γιά νά μην τό ξεχάσουν ποτέ. Καί τότε θά διερωτηθήτε, τί φταίει;
Νά φταίει άραγε ή μεγάλη πανουργία καί εμπειρία των κοσμοκρατόρων μόνον, ή μήπως ή δουλικότης των μωροφιλόδοξων και λοιπών οργανωμένων στις μυστικές εταιρείες των;

Νομίζω πώς όλα αυτά δέν θά ήσαν αρκετά νά τυφλώσουν τον λαό μας καί δέν θά έπετύγχανον, έάν δέν υπήρχε τό ακαλλιέργητο, τό πρωτόγονο ΕΓΩ του, τό όποιο αντιδρά σκληρά καί δέν δέχεται τό αντίθετο, όσο καθαρά καί άν απόδειξης τήν πλάνην του. Μέ τό ακαλλιέργητο ΕΓΩ δέν δύναται νά παραδεχθή ότι οί γονείς του έπλανήθησαν, διότι τότε αισθάνεται ότι μειώνεται ή προσωπικότης του καί τό κύρος του, ένώ τό καλλιεργημένο ΕΓΩ, όταν πεισθή ότι έπλανήθη τό παραδέχεται αμέσως μέ ψηλά τό κεφάλι καί υπερήφανα, διότι έτσι νοιώθει ότι είναι ισχυρό, επειδή επεβλήθη τών ενστί¬κτων καί τής μικροπρέπειας. Ερευνώντας ή επιτροπή, πού αναφέραμε πιό πάνω, τό διαιτολόγιο τών αρχαίων Ελλήνων έμεινε έκπληκτος.

Οί αρχαίοι δέν έτρωγαν ψωμί άπό σιτάρι. Τό σιτάρι τό είχαν ώς τροφή τών ζώων καί τό oνομαζαν πυρρό. Έτρωγαν μόνον ψωμί άπό Ζειά ή Κριθάρι καί έν ανάγκη μόνον από κριθάρι ανάμεικτο με Σιτάρι.

Ό Μέγας Αλέξανδρος έτρεφε την στρατιάν του μόνο μέ Ζειά, διά νά είναι οι άνδρες του υγιείς και πνευματικά ανεπτυγμένοι. Αν οι αρχαίοι Έλληνες έτρωγαν ψωμί άπό σιτάρι δέν θά είχαν τόσο ύψηλήν πνευματικήν άνάπτυξιν. Μόλις οι κοσμοκράτορες έδιάβασαν αυτήν τήν έκθεσιν τής επι¬ροπής, δίδουν εντολή το 1928 νά αναιρεθή αμέσως ή καλλιέργεια Ζειά στην Ελλάδα, και μόνον στην Ελλάδα. 

Διά νά μειώσουν μέ το σιτάρι τήν πνευματικήν άνάπτυξιν των Ελλήνων, μειώνοντας τήν άντίληψίν τους και οργανώνοντας ταπεινήν έκπαίδευσιν των παιδιών τους καί διδάσκοντας τις πολιτικές τους εις τά σχολεία και πολιτικοποιούντες τα εις τά κόμματα που αυτοί ελέγχουν απόλυτα, για νά ποδηγετήσουν πλήρως εις πρώτον χρόνον τους Έλληνας.

Ενώ τώρα αναμειγνύοντας τους μέ αλλοδαπούς, θέλουν νά τους εξαφανίσουν τελείως. Ναι άλλα πώς θά τό επιτύχουν αυτό; Αμέσως δίδουν έντολήν είς τόν τέκνον των τον Βενιζέλο νά έπιστρέψη στην Ελλάδα καί νά εξαφάνιση τήν Ζειά. Οπότε βλέπουμε τόν Βενιζέλο νά έπιστρέφη στην Ελλάδα μετά άπό 8 χρόνια αυτοεξορίας του, νά άνασκουμπώνεται και νά ορμά σάν λέων κατά τής Ζειάς. 

Μέσα σέ 60 χρόνια μόνον ήλλοίωσαν τήν πνευματικήν ύπεροχήν του σκέπτεσθαι τών Ελλήνων, τους έκαναν αδιάφορους, άβουλους, μέ μετρίαν αντίληψιν και φιλάσθενους καί τώρα μέ τους αλλοδαπούς επιδιώκουν τόν πλήρη εξαφανισμό τής φυλής των, ένώ συγχρόνως ξοδεύουν δισεκατομμύρια δολλάρια οι φιλεύσπλαχνοι διά νά μην εξαφανισθούν οί οχιές, κόμπρες, πάντα καί άλλα ζώα καί ερπετά. Όλα τά ανωτέρω περί Ζειά, γλουτένης καί σωστής διατροφής μέ λεπτομέρειες καί τάς παραμέτρους όλων αυτών καί τήν ύγιεινήν θά τά βρήτε είς τά εμπνευσμένα καί καλομελετημένα βιβλία "Τό Όλον" καί τό «ΌΛ-ΟΝ» Ένα βιβλίο γιά τήν "ΊΑΣΗ", του πρωτοποριακού μελετητή Μιχάλη Γρηγορίου..

Προς τό τέλος του 1928 ό "Εθνάρχης" μας Βενιζέλος, προφανώς μετά άπό κάποια εντολή, μέ της Αμύνης τά Παιδιά, τυφλά εις τον νουν καί την κρίσιν, και διψασμένα τό πώς νά ευχαριστήσουν καλλί¬τερα τόν άρχηγόν των έκήρυξαν τόν πόλεμον κατά της Ζειάς καί, έφορμήσαντες ακαταμάχητοι, ένίκησαν νίκην λαμπράν και εις βραχύτατον χρόνον 4 ετών δεν υπήρχε εις την Ελλάδα ούτε ένα σπυρί Ζειάς γιά σπόρο. Είπαν εις τόν λαό ότι ή Ζειά είναι ζωοτροφή, δι' αυτό τά λεξικά την γράφουν έκτοτε ζωοτροφή και ότι είναι βλαβερή στην υγεία.

Αυτό τό πρόβαλαν έντονα τά ΜΜΕ καί σέ 4 χρόνια έξηφανίσθη η Ζειά. Όλοι οί Έλληνες εγκατέλειψαν τήν Ζειά μόνον ένας άπό όλους κράτησε σπόρο Ζειάς. Καί σήμερα 2010 καλλιεργεί Ζειά μόνον ένας ό Γ.Α. είς ένα χωριό καί κατασκευάζει μακαρόνια άπό αλεύρι Ζειάς, τά όποια είναι υπερβολικά νοστιμώτερα άπό τά μακαρόνια του σίτου. Τήν έπιθεσίν του κατά τής Ζειάς ό "εθνάρχης" μας τήν ήρχισε μέ τήν αθρόα εισαγωγήν αλεύρων σίτου ύπό τών φίλων του.

Οί φίλοι του έγιναν πάμπλουτοι καί έξέσπασε τότε τό μέγα διά τήν έποχήν και γνωστό ώς "Σκάνδαλο τών αλεύρων". Μέσα είς 4 χρόνια οί Έλληνες είχαν ξεχάσει τήν Ζειά τελείως καί οί φίλοι του Βενιζέλου έγιναν δισεκατομμυριούχοι άπό τήν εισαγωγή τών αλεύρων του σίτου."Αν σήμερα θελήσετε νά επαναλάβετε αυτό γιά τό σιτάρι ή κριθάρι ή κάτι άλλο, δέν θά τό πετύχετε ούτε σέ 50 χρόνια. Τόσο πολύ είχε τυφλώσει καί πειθαρχήσει ό Βενιζέλος τους οπαδούς του. Αυτό βέβαια είναι εχθρική ψυχολογία. Θέλουν τους οπαδούς τους τελείως τυφλούς στην σκέψιν καί δούλους. Καί δέν ήρκέσθη μόνον είς τήν έξαφάνισιν του σπόρου ό "εθνάρχης" μας, επέτυχε νά σβήση τήν Ζειά από τήν μνήμην καί τήν γλώσσαν τών Ελλήνων.

Αυτό θά πή τέλειον έγκλημα. Αποδείξεις: Εσείς έγνωρίζατε τήν λέξιν Ζειά πριν λίγα χρόνια, όταν ήρχισε νά προβάλεται άπό εμάς στά κανάλια; Εύρήκατε τήν λέξιν σέ λεξικό πού συντάχθηκε μετά τό 1930; Δεν θά τήν εύρητε, μήν ψάχνετε. Άλλα και αν κάπου τήν εύρητε, θά τήν έξηγεί ώς ζωοτροφή... Μόνον εις τυχόν ανατυπωθέντα παλαιά λεξικά θά τήν εύρητε, ή εις τό των Άγγλων "LINDELL & SCΟΤΤ", τό όποιον δέν τήν εξηγεί σωστά. Εις τό "ΗΛΙΟΣ" πού είναι πιο ενήμερο και σοβαρό λεξικό γράφει:

Ζειά ή Ζέα... τήν Ζέαν τήν μάϊδα πού είναι ό γνωστός αραβόσιτος και κοινώς αραποσίτι". Αραβόσιτος όμως είναι κοινώς τό Καλαμπόκι.

Ή Ζειά όμως ώς φυτό είναι κάτι σάν σιτάρι και κριθάρι, δέν έχει καμμία σχέσιν στην όψιν μέ τό καλαμπόκι, άλλα και τό σπυρί του είναι ώς του σιταριού πιό πεπλατυσμένο καί χονδρό.

Ή Ζειά μέ τον Σΐτον είναι όπως ή Νερατζιά μέ τήν πορτοκαλιά. Αν άπό άπόστασιν 50-1ΟΟμ. κοιτάζεις τήν Νερατζιά είναι όμοια μέ τήν πορτοκαλιά. Καί τό νεράτζι μέ τό πορτοκάλι, ένώ έξωτερικώς είναι όμοια, εις τήν πραγματικότητα έχουν μεγάλες διαφορές εις τά συστατικά των. Αυτό ακριβώς συμβαίνει καί μέ τους σπόρους της Ζειας και του Σιταριού. Δέν θά έκανε ό Ι. Πασσάς αυτό τό λάθος, έάν δέν έξηφάνιζε και τήν βιβλιογραφία περί Ζειά ό "εθνάρχης" μας, όπως ό Σαούλ - Παύλος τήν βιβλιογραφία των αρχαίων Ελλήνων.

Εκεί όμως πού έμεινα εμβρόντητος είναι όταν διάβασα τήν "Οδύσσεια" ραψωδία δ (4)-603-604, τό αρχαίο: "Ω έν μέν λωτός πολύς, έν δέ κύπειρον πυροί τε ζειαί τε ίδ' εύρυφυές κρίλευκον". Ό Κ. Δούκας ερμηνεύει: "όπου υπάρχει τριφύλλι πολύ, καί κύπερι, καί σιτάρια καί ζωοτροφές κι εύρύφυτο κριθάρι λευκό". Πώ! Πω!... Ό κ. Δούκας ό έκλεκτώτερος ερμηνευτής έκανε λάθος; Ένώ οί "Ελληνες χρησιμοποιούσαν πυρούς (σιτάρια) γιά ζωοτροφές καί τήν ζειά γιά ψωμί, ερμήνευσε τήν ζειά ώς ζωοτροφές, διότι ό Βενιζέλος είχε εξα¬φανίσει από τήν βιβλιογραφίαν καί άπό τήν μνήμην τών Ελλήνων τήν ζειά ή ζέα.Τό δημητριακό Ζειά η φύσις τό έδώρισε είς τους λαούς του Αιγαίου.

Αργότερα οί Έλληνες μετανάστες τό μετέφεραν καί είς άλλες χώρες. Τό σιτάρι ήτο φυσικό δημητριακό τών βορείων περιοχών. Οί Έλληνες τό έφεραν είς τήν Ελλάδα καί τό έκαλλιέργησαν ώς ζωοτροφή, αρκετά χρόνια πρό του Τρωικού Πολέμου, όταν ήρχισαν τό εμπόριο μέ τις βορεώς του Ευξείνου Πόντου χώρες. Οι Βόρειοι λαοί αντί χρημάτων, που δέν είχαν, έπλήρωναν τα είδη πού ήγόραζαν άπό τους Έλληνας έμπορους μέ σιτάρι και έτσι ήλθε εις την Ελλάδα τό σιτάρι. Εις τό διαδίκτυο, έάν γράψετε τήν λέξιν "Ζειά", θά εκπλαγείτε.

Θά διαβάσετε πάρα πολλά, εις τήν παράγραφο "ΣΤΗΝ ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ" (ύμνοι Όρφέως, Ομηρικά έπη, Μύθοι), διαβάζουμε:

«Ή πόλη τών Αθηνών ονομα¬ζόταν και Ζείδωρος, διότι έπί του εδάφους της έκαλλιεργειτο έκτος άπό τήν έλαία και τό δημητριακό ζειά. Τό ζειά μέ τό ζήτα δηλώνει ζωή, μέ τό εψιλον γιώτα τήν μακρά πορεία και μέ τό άλφα που είναι τό πρώτο στοιχείο τό άριστον, τήν παρουσία του Αιθέρα (τό στοιχείο πού βρίσκεται παντού και δομεί τά πάντα είναι ό Αιθέρας), άρα ζειά σημαίνει μακροζωία».
Τήν Ζειά φορτωεκφόρτωναν άπό ένα λιμάνι του Πειραιώς που έξ αυτής έλαβε τό όνομα Ζέα, και μέχρι σήμερα τό λιμάνι ονομάζεται Ζέα.

Και τώρα πώς επεβλήθη ή ζειά νά ερμηνεύεται εις ορισμένα λεξικά ώς ζωοτροφή. Εις τό διαδίκτυο χειριζόμενοι τήν λέξιν "Ζειά" εις τήν ΙΛΙΑΔΑ - ραψωδία Ε, στίχοι 121-240 διαβάζουμε: «...παρά δέ σφίν έκάστω δίζυγες ίπποι έστάσι κρί λευκόν έρεπτόμενοι και όλύρας» (195). Πιό κάτω ό μεταφραστής, ελαφρά τή συνειδήσει, ή καλοπληρωμένος μεταφράζει: «...εις κάθε αμάξι είναι σιμά ζευγαρωτά πουλάρια, στέκουν και τρώγουν τήν ζειά και τό λευκό κριθάρι». 

Έδώ δολοφονείται ή Ζειά, διότι ό μεταφραστής, μεταφράζει τήν ζωοτροφή "όλύρας" εις "ζειά". Οι μεταγενέστεροι αντιγράφουν από αυτό ζειά = όλύρας = ζωοτροφή, ένώ ό Όμηρος εγνώριζε και τά δύο, ζειά και όλύρας, και έγραφε πάντα τό ορθόν, αυτό που ήθελε και έπρεπε νά διδάξη. Έδώ γράφει σαφώς: «κρι λευκόν έρεπτόμενοι και όλύρας». Όχι ζειά, όπως ελαφρά τήν συνείδησιν και βαρυτάτην άγνοια γράφουν οι μεταφρασταί. Από τις έρευνες που έκανα, κατέληξα ότι όλύρα ώνόμαζαν τόν σημερινόν "Οροβον κοινώς ρόβην ή τό ρόβι.

Πρόκειται διά τήν πιό δυνατή και αγαπητή εις τά ζώα τροφή. Ομοιάζει μέ τό βίκο (άγριαρακά). Είναι ή πιό θρεπτική τροφή τών ζώων, άλλα είναι βλαβερή διά τόν άνθρωπον. Ή όλύρα εκαλλιεργείτο από αρχαιοτάτων χρόνων εις την Ελλάδα ως ζωοτροφή. Ήτο μεσογειακό φυτό (Λεξικό "ΗΛΙΟΣ", λήμμα Όροβος). Είναι λογικόν νά κατάληξη μέ τόν χρόνο ή όλύρα εις όροβο. Εις τό λεξικό "LINDELL & SCΟΤΤ" θά τήν βρήτε ώς Σίκαλιν η Αγριοσίκαλιν, αυτήν τήν σύγχυσιν έκαλλιέργησαν οι φιλέλληνες... διά νά ξεχά¬σουμε τήν Ζειά. Ή Ζειά καλλιεργείται σήμερα εις πολλές χώρες τής Ευρώπης και εις τόν Καναδά εις μεγάλην εκτασιν, φέρει δέ όνομα ανάλογο τής γλώσσης έκαστης χώρας. Οι Ιταλοί τήν ονομάζουν Faro, οί Γερμανοί Dingel, κ.τ.λ. Οί Έλληνες εισάγουμε σήμερα αλεύρι Ζειά άπό τήν Γερμανία μέ τό όνομα Ντίνγκελ, ώς μή περιέχον γλουτένη, αντί 6,45 Εύρώ, ήτοι τό αγοράζουμε Δέκα φορές άκριβώτερα άπό τό σιταρένιο.

ΠΗΓΗ: Γ. Γ. ΑΫΦΑΝΤΗΣ «Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ» ΣΣ. 443-451
http://www.thermopilai.org/content/apo-ten-kalliergeia-tes-zeias-sten-kalliergeia-tou-sitou






Ζειά ή ζέα και όλυρα.

Οι περί την ερμηνεία των υπό των αρχαίων συγγραφέων μνημονευομένων και περιγραφομένων φυτών ασχοληθέντες συμπεραίνουνσιν ότι η μεν Ζειά ή Ζέα αναφέρεται εις Σίτον την Σπέλταν η δε Όλυρα εις Σίτον τον μονόκοκκον ή εις Βρίζαν την σιτηράν.

Οι προσδιορίζοντες την όλυραν ως βρίζαν βασίζονται ιδίως εις τον Ησύχιον που λέει: «όλυρα είδος σπέρματος, ή βρώμα τι μεταξύ σίτου και κριθής, οι δε αυτήν κριθήν, άλλοι καρπόν τινά σιτικόν, ζειάν, τινές ζέαν ». Αλλ’ εκ του χωρίου τούτου εξάγεται νομίζω ότι το όνομα όλυρα εδίδετο κατά τόπους εις διαφόρους καρπούς «σιτικούς» , τους και ζειάς και ζέας υπό άλλων αλλαχού ονομαζόμενους. Και ως προς μεν την βρίζαν ουδέ λόγος καν πρέπει να γίνεται, διότι το σιτηρόν τούτο αναφέρεται δια πρώτην φοράν περί τα μέσα του πρώτου μ.Χ. αιώνος (βλ. βρίζα), η δε καλλιέργεια και χρήσις αυτού εις τα Ελληνικά χώρας πρέπει να εισήχθηκε πολύ βραδύτερον.

Κατά την ηνετέραν γνώμην εκ πλείστων σωζομένων χωρίων αρχαίων συγγραφέων εν οις μνημονεύονται η ζειά και η όλυρα προκύπτει ότι τα ονόματα ταύτα επί το πλείστον αναφέρονται εις τα είδη ή διαφοράς Σόργου (Sorghum).

Εν πρώτοις η ζειά των αρχαίων δεν είνε δυνατόν να σημαίνη το είδος Σίτος η Σπέλτα (Triticum Spelta), διότι ο σίτος ούτος ευδοκιμεί και καλλιεργείται εις χώρας ψυχροτέρας των σιτοφόρων τόπων της Ελλάδος και της Ανατολής εν γένει. Εν Ελλάδι και ανά την Ανατολήν σπανίως και μόνο εις ορεινούς τόπους απαντά καλλιεργούμενον το είδος τούτο, ενώ η μεν των αρχαίων ζειά συνήθως αναφέρεται ως είδος κοινής καλλιέργειας ιδίως της Αιγύπτου και της Αραβίας, χωρών εις τας οποίας, λόγο του κλίματος, ο σίτος σπέλτα δεν δύναται να ευδοκιμήση.

Αφ’ ετέρου ο μεν Θεόφραστος όστις αναφέρει, ενίοτε δε και περιγράφει, ουχί ολίγας γνωστάς επί των ημερών του διαφοράς και είδη σίτου (πυρών), διακρίνει από ταύτα την ζειάν, ήν αποκαλεί «πολύλοπον», ο δε συνήθως λεπτομερέστερος εις τας περιγραφάς του Διοσκουρίδης, αναφέρων την όλυραν ως ανήκουσαν εις το γένος (δηλ. εις το είδος) της ζειάς, δεν υποδεικνύει στενήν συγγένειαν ή ομοιότητα αυτής προς τον σίτον (τους πυρούς) εν γένει, εκ της κατατάξεως δε ην τηρεί εν τη περιγραφή των διαφόρων σιτηρών, μνημονεύων μετά τους πυρούς, την κρηθήν και μετά ταύτην την ζειάν και την όλυραν, υποδηλοί την απωτέραν συγγένειαν των τελευταίων δύο προς τους πυρούς, αν και χαρακτηρίζει την ζειάν «τροφιμωτέραν κριθής».

Άλλως η τε ζειά και η όλυρα των αρχαίων δεν δύνανται να χαρακτηρισθώσιν ως είδη ή διαφοραί σίτου και διότι ο καρπός των αναφέρεται ως χρησιμοποιούμενος υπό των Ελλήνων ιδίως προς διατροφήν των κτηνών. Ούτω ο Θεόφραστος λέγει ότι ο καρπός της ζειάς είνε «προσφιλής πάσι τοις ζώοις» (Φ.Ι. 8,9,2). Τα ζειάς αναμεμιγμένας μετά κριθών βλέπομεν εν τη «Οδυσσεία» χορηγουμένας εις τους ίππους (Δ, 41), κριθαί δε και όλυραι χορηγούμεναι εις τους ίππους αναφέρονται και εν τη «Ιλιάδι» (Ε, 196 και Θ, 564).

Εάν η ζειά και η όλυρα ήσαν είδη ή διαφοραί σίτου ο καρπός τους δεν θα εχορηγείτο εις τα κτήνη το πάλαι ότε ο σίτος (οι πυροί) εις τας ελληνικάς χώρας είχεν αξίαν πολύ ανωτέραν της σημερινής. Άλλως τε η χρήσις σίτου (και βρίζης) προς διατροφή των κτηνών, και ιδίως των μηρυκαστικών, αποβαίνει επιβλαβής (προκαλεί τυμπανίτην) άνευ προηγουμένης ειδικής παρασκευής (βράσεως). Ταύτα αποδεικνύουσι νομίζω ότι η ζειά και η όλυρα των αρχαίων δεν αναφέρονται εις είδη ή διαφοράς σίτου.

Εις ποία σιτηρά των σημερινών βοτανικών δυνάμεθα λοιπόν να τα υπάγωμεν;

Ο Ηρόδοτος, περιγράφων τας ως προς τα είθη και έθιμα διαφοράς ας παρετήρησεν ότι υπήρχον μεταξύ των Αιγυπτίων και άλλων λαών της εποχής του, λέγει προς τοις άλλοις ότι ενώ οι άλλοι άνθρωποι ετρέφοντο με πυρούς (σίτον) και κριθάς, οι Αιγύπτιοι, θεωρούντες επονείδιστον την χρήσιν των καρπών τούτων προς αρτοποίαν, ετρέφοντο με ολύρας, αι οποίαι, ως ο ίδιος αναφέρει, έκτοτε ωνομάζοντο και ζειαί(1). 

Αλλ’ όπως το πάλαι ούτω και σήμερον εν Αιγύπτω οι ιθαγενείς αν και γνωρίζωσι και καλλιεργώσι τον σίτον και την κριθήν, ουχ ήττον προς αρτοποιίαν ποιούσι χρήσιν ουχί του καρπού αυτών αλλ’ είδους σόργου, όπερ είνε κν. Γνωστόν παρ’ ημίν και πανταχού της Ανατολής υπό το όνομα νταρί (συνώνυμα κατά τόπους ασπροσίταρο, λιανοκαλάμποκο ή καλαμπόκι, ενιαχού δε της Κύπρου τσέρκο) και ούτινος αι πολυάρριθμοι διαφοραί και παραλλαγαί από παναρχαιοτάτης εποχής καλλιεργούνται πολλαχού της Ασίας και της Αφρικής και παρέχουσι θρεπτικόν και ευθηνόν άρτον εις πολλά εκατομμύρια ανθρώπων(2).

Σόργοι ήσαν βεβαίως αι ζειαί με τας οποίας επί 30 ημέρας ετρέφετο εν Αραβία ο στρατός των Ρωμαίων κατά την από Λευκής Κώμης εις Νέγρανα κοπιώδη και πλήρη στερήσεων πορίαν του (3), διότι ως σήμερον ούτω και τότε ουδέν άλλο σιτηρόν πλην του σόργου παρήγετο εις τον αυχμηρόν και άνυδρον εκείνον τόπον. Είδος σόργου ήτον ωσαύτως η ζειά ήν, ως αναφέρει ο Στράβων, κατά προτίμησην εχρησιμοποίουν προς αρτοποιίαν οι άνθρωποι εν τη μέση Ιταλία, και η οποία εκαλλιεργείτο εις γονιμωτάτας γαίας σπειρομένη επί δύο κατά συνέχειαν έτη εις τον αυτόν αγρόν (4), διότι τόσον εις την μέση όσον και εις την άνω Ιταλίαν και σήμερον έτι οι πολλοί των αγροτών με σόργον και αραβόσιτον τρέφονται και διότι εις γονίμους γαίας ουδέποτε καλλιεργείται σίτος η σπέλτα, κριθή ή βρίζα, αλλά μάλλον άλλοι σίτοι ως και είδη και διαφοραί σόργου και αραβόσιτος, όστις, ως αλλού ελέχθη (βλ. σελ. 134) εισήχθη και διεδόθη ανά τον παλαιόν κόσμον πρό τινων μόλις αιώνων.

Εις είδη λοιπόν ή διαφοράς σόργου ως επί το πλείστον πρέπει ν’ αναφέρωνται η ζειά και η όλυρα των αρχαίων, αφού, ως γνωστόν, των σόργων ο καρπός είνε «προσφιλής πάσι τοις ζώοις», τα οποία τρώγουσιν αυτόν αβλαβώς, και αφού έκπαλαι του καρπού τούτου ποιούσι κατά προτίμησιν χρήσιν προς αρτοποιίαν οι Αιγύπτιοι και οι της Αραβίας και της μέσης και βορείου Ιταλίας κάτοικοι (ούτοι σήμερον ιδίως του αραβόσιτου).

Ενισχύεται άλλως η γνώση ημών αύτη και εκ της ομοιότητος ήτις παρατηρείται μεταξύ των σανσκριτικών και νεοινδικών ονομάτων των σόργων (juar, joar kai jowari) και του ελλ. Ζειά.

Άλλως αι διαφοραί και τα είδη των καλιεργουμένων σόργων (β.λ.) είνε πολλά και ποικίλλουσι μεγάλως και ως προς την μορφήν και τα έξεις και την διάρκειαν του φυτού και ως προς το μέγεθος το σχήμα και το χρώμα του καρπού. Κοινότατον πολλαχού της Ανατολής είνε το σόργον το χαλέπιον, το οποίον ενιαχού και καλλιεργείται ως είδος κτηνοτροφικόν, εις το είδος δε τούτο πιθανώς αναφέρεται η ζειά του Θεόφραστου, όστις λέγει ότι αύτη είνε φ. «ισχυρότατον και μάλιστα καρπιζόμενον… και γαρ πολύρριζον και βαθύριζον και πολυκάλαμον, ο δε καρπός κουφότατος και προσφιλής πάσι τοις ζώοις» (Φ. Ι. 8,9,2). Τοιούτον δε πράγματι είνε Σ. το χαλέπιον, όπερ πρέπει να ήνε η παρ’ άλλοις μη ευγενής όλυρα, διότι διεκρίνετο και ευγενής και ευγενεστάτη όλυρα, εξ ης κατεσκευάζεται «τράγος» (Γαληνός).

Αλλ΄ εις το «μέγα ετυμολογικόν» (α’ μ.Χ. αιώνος) ορίζεται η μεν κριθή ως εξάστοιχος ο δε σίτος ως τετράστοιχος η δε όλυρα ως δίστοιχος, δίστοιχον δε στάχυν γνωρίζουμε μόνον της διστοίχου κριθής (β.λ.), ην υπό το όνομα τούτο (δίστοιχον) αναφέρει και ο Θεόφραστος.

Ώστε είνε πιθανόν εις ωρισμένον τόπον και κατά τινα εποχήν το είδος τούτο της κριθής να διεκρίνετο και υπό το όνομα όλυρα.

Περί του των νεωτέρων βοτανικών γένους zea βλ. αραβόσιτος, δια δε την υπό των ημετέρων φαρμακοποιών όλως αδικαιολογήτως ονομαζομένην ερυσιβώδη όλυραν βλ. γομφόμορφος (βλ. και μηδική η δενδρώδης).

(1) «Από πυρών και κριθέων ωλλοι ζώουσι, Αιγυπτίων δε τω ποιευμένω από τούτων την ζόην όνειδος μέγιστόν έστιν, αλλά από ολυρέων ποιεύνται σιτία, τας ζειάς μετεξέτεροι καλέουσι»(2,36) Και κατωτέρω. «Αρτογαγέουσι δε εκ των ολυρέων ποεύντες άρτους, τους εκείνοι κυλλήστις ουνομάζουσι» (2,77).

(2) Δύο είδη ή διαφοράς σόργου συμπεραίνω ότι εγνώριζον ήδη οι Έλληνες βεβαίως από της εποχής του Ηροδότου, αν ουχί από της εποχής του Ομήρου, διότι τα ονόματα ζειά και όλυρα αυτό σημαίνουσι. Τρίτη διαφορά πρέπει να ήνε η αναφερομένη υπό του Διοσκουρίδη δίκοκκος ζειά. Αλλά και η παρά τω Γαληνώ «ευγενεστάτη όλυρα» διαφορά ή παραλλαγήν σημαίνει.

(3) «Η δε του Συλλαίου προδοσία κακείνην εποίησε την χώραν δυσπόρευτον, τριάκοντα γουν ημέραις διήλθεν αυτήν, ζειάς και φοίνικας ολίγους παρέχουσαν, και βούτηρον αντ’ ελαίου, δια τας ανοδίας

(4) Προκειμένου περί ομβρικής ο Στράβων λέγει:»Άπασα δ’ ευδαίμων η χώρα, μικρώ δ’ ορειοτέρα, ζειά μάλλον ή πυρώ τους ανθρώπους τρέφουσα» (5, 227), προκειμένου δε περί Καμπανίας επιλέγει «Ιστορείται δ’ ένια των πεδίων σπείρεσθαι δι’ έτους, δις μεν τη ζειά, το δε ρίτον ελύμω, τινά δε και λαχανεύεσθαι τω τετάρτω σπόρω» (5, 242)

Πηγή: Παν. Γ. Γεννάδιος, Φυτολογικόν Λεξικόν, Aθήνα 1914 (σελ. 400)
http://www.ftiaxno.gr/2010/12/blog-post.html






Η Ζέα ή ζειά (Triticum dicoccum) είναι ένα από τα αρχαιότερα δημητριακά που είναι γνωστά στον άνθρωπο. Δείγματά του έχουν βρεθεί σε ανασκαφές προϊστορικών οικισμών σε όλο τον ελλαδικό χώρο με παλαιότερο αυτό της Μικράς Ασίας που χρονολογείται 12.000 χρόνια π.χ. Ήταν ένα από τα πρώτα δημητριακά που “εξημέρωσε” ο άνθρωπος και βασικό καλλιεργήσιμο είδος της πρώιμης γεωργίας της Εύφορης Ημισελήνου (Fertile Crescent), δηλαδή της Παλαιστίνης, της Συρίας, του Ευφράτη και του Τίγρη ως τον Περσικό κόλπο. Δείγματα της εκμετάλλευσης του που χρονολογούνται 10.000 χρόνια πριν, έχουν βρεθεί και στην Βόρεια Αφρική.

Για χιλιάδες χρόνια παρέμενε το κυριότερο δημητριακό της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Μετέπειτα αντικαταστάθηκε από το Triticum turgidum (Durum) το οποίο πιθανά να δημιουργήθηκε από το Triticum dicoccum με μετάλλαξη. Οι αγρότες προτίμησαν το νέο αυτό δημητριακό λόγο του ότι ο σπόρος αποχωριζόταν από το φλοιό με μεγαλύτερη ευκολία. Το δημητριακό Triticum dicoccum ή αλλιώς Emmer ή aja όπως ονομάζεται στην Αφρική, έφτασε στην Αιθιοπία πριν από 5.000 ή και περισσότερα χρόνια και έχει επιζήσει μέχρι τις μέρες μας. (Έχει επιζήσει επίσεις σε μικρής κλίμακας παραγωγή και στην πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία, Ινδία, Τουρκία, Γερμανία (Βαυαρία), Γαλλία και αλλού (σύμφωνα με τον J. Harlan)).

Η πόλη των Αθηνών ονομαζόταν και ζείδωρος, διότι επί του εδάφους της καλλιεργείτο εκτός από την ελαία και το δημητριακό ζειά. Το ζειά με το ζήτα δηλώνει την ζωή με το έψιλον γιώτα την μακρά πορεία και με το άλφα που είναι το πρώτο στοιχείο το άριστον την παρουσία του Αιθέρα (το στοιχείο που βρίσκεται παντού και δομεί τα πάντα είναι ο Αιθέρας), άρα ζειά σημαίνει μακροζωία.

O Θεόφραστος τον 4ο αι. π.Χ, διακρίνει την ζειά σαφώς από την όλυρα(ασπρόσιτος) χαρακτηριζοντάς ως το πλέον αποδοτικότερο από όλα τα είδη των δημητριακών.

Η θρεπτική του αξία είναι αδιαμφισβήτητη, άλλωστε δεν είναι τυχαίο που η ετυμολογία της λέξης “ζείδωρος” (αυτός που δωρίζει ζωή) προέρχεται από αυτό το δημητριακό.

Σύμφωνα, με τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο και τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα, η ζειά είχε καλλιεργηθεί αποκλειστικά ως το μοναδικό δημητριακό από τους πρώτους Ρωμαίους στην αρχή της ιστορίας τους και αυτό αποδεικνύεται από τη χρησιμοποιησή του σε όλες τις θρησκευτικές τελετές τους. Ο γιατρός Γαληνός (2ος αι. π.Χ.) αναφέρει την όλυρα(ασπρόσιτο) ως το τρίτο σε θρεπτική αξία δημητριακό μετά το κριθάρι και το σιτάρι, ενώ όπως μας πληροφορεί ο Διοσκουρίδης (1ος αι. μ.Χ.) στην εποχή του ήταν διαδεδομένη μια πανάρχαια συνήθεια των Ελλήνων και των Ρωμαίων: η μίξη χονδροαλεσμένων κόκκων ζέας και σιταριού, που λεγόταν “κρίμνον”, και το οποίο ήταν ένα παχύρρευστο θρεπτικό ρόφημα που ονομαζόταν “πολτός” (χυλός).

Οι έρευνες αυτές έδειξαν ότι η Ζέα περιέχει 40% περισσότερο μαγνήσιο από τα άλλα δημητριακά. Το μαγνήσιο επιπλέον ενεργοποιεί τις ενζυματικές διαδικασίες του μεταβολισμού. Περιέχει δε υψηλά ποσοστά του αμινοξέος λυσίνη.

Τα δημητριακά Ζέας συμβάλλουν στη διατήρηση ενός φυσιολογικού σωματικού βάρους. Είναι πλούσια σε υδατάνθρακες χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη. Αυτό σημαίνει ότι απορροφώνται αργά και απελευθερώνουν μικρή ποσότητα γλυκόζης στο αίμα.

Ετσι, μαζί με τις φυτικές ίνες, αυξάνουν το αίσθημα του κορεσμού και διατηρούν το αίσθημα της πληρότητας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ρυθμίζουν καλύτερα τη γλυκόζη στο αίμα, με αποτέλεσμα να αποτελούν όπλο στην πρόληψη αλλά και αντιμετώπιση του Σακχαρώδη Διαβήτη.


Πηγές

http://www.thefreedictionary.com/Triticum+dicoccum
http://www.thefreedictionary.com/wheat
http://www.abcd-classics.com/webstersdctnry/vol_VZ/vol_VZ-0828.html
http://www.jesuslovesyou.gr/Bible_club/Encyclopedia/Nature/Plant.htm
http://argybooks.blogspot.com/2009/12/blog-post.html